HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναπέμπω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.naˈpem.bo/

Ορισμοί

  1. εκπέμπω προς τα επάνω
  2. εκστομίζω
  3. προσεύχομαι, δέομαι
  4. αρνούμαι να επικυρώσω μια απόφαση, ένα νομοσχέδιο κ.λπ., και το επιστρέφω για αναθεώρηση και βελτίωση

Παραδείγματα

“επιχειρεί η υπόθεση να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο του ΔΕΕ για εκ νέου εκδίκαση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναπέμπω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course