Meaning of αναπέμπω | Babel Free
/a.naˈpem.bo/Ορισμοί
- εκπέμπω προς τα επάνω
- εκστομίζω
- προσεύχομαι, δέομαι
- αρνούμαι να επικυρώσω μια απόφαση, ένα νομοσχέδιο κ.λπ., και το επιστρέφω για αναθεώρηση και βελτίωση
Παραδείγματα
“επιχειρεί η υπόθεση να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο του ΔΕΕ για εκ νέου εκδίκαση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.