Meaning of αμπάρα | Babel Free
Ορισμοί
- επιμήκης σιδερένια ή ξύλινη βέργα που τοποθετείται στην εσωτερική πλευρά μιας πόρτας, για να εμποδίζει το άνοιγμα και να παρέχει ασφάλεια
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αμπάρας)
Παραδείγματα
“(κυριολεκτικά) Δίστασε μια στιγμή, έκανε να γυρίσει πίσω, ύστερα πήρε την απόφαση του, έβγαλε την αμπάρα, ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ)”
“(μεταφορικά) Να ’χαν οι καρδιές αμπάρες, να κλειδαμπαρώνουν, / να μην ξανακάνουν χάρες, όταν τις πληγώνουν. (Από τραγούδι σε στίχους Ανδρέα Σπυρόπουλου και μουσική Βασίλη Σαλέα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.