HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αμπάρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. επιμήκης σιδερένια ή ξύλινη βέργα που τοποθετείται στην εσωτερική πλευρά μιας πόρτας, για να εμποδίζει το άνοιγμα και να παρέχει ασφάλεια
  2. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αμπάρας)

Ισοδύναμα

9 more languages
Bosanskibar
Češtinabřevnotrnož
Hrvatskibar
Italianospranga
Kurdîbar
Nederlandsdoellat
Русскийригельшест
Српскиbar

Παραδείγματα

“(κυριολεκτικά) Δίστασε μια στιγμή, έκανε να γυρίσει πίσω, ύστερα πήρε την απόφαση του, έβγαλε την αμπάρα, ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ)”
“(μεταφορικά) Να ’χαν οι καρδιές αμπάρες, να κλειδαμπαρώνουν, / να μην ξανακάνουν χάρες, όταν τις πληγώνουν. (Από τραγούδι σε στίχους Ανδρέα Σπυρόπουλου και μουσική Βασίλη Σαλέα)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αμπάρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free