Meaning of αλητεύω | Babel Free
/a.liˈte.vo/Ορισμοί
- γυρίζω έξω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο ή φανερό σκοπό
- αποκτώ τα χαρακτηριστικά του αλήτη
Ισοδύναμα
English
Vagrant
Παραδείγματα
“Ο γάτος μας πάλι το 'σκασε από το σπίτι. Ποιος τον ξέρει πού θα αλητεύει τώρα;”
“αυτό το παιδί όσο πάει κι αλητεύει”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.