Meaning of αλητέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλητεύω
- θα αλητέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλητεύω
- να αλητέψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.