HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλητεύω — definition

Conjugation of αλητεύω

Regular CEFR B1
a.liˈte.vo

γυρίζω έξω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο ή φανερό σκοπό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλητεύω
εσύ αλητεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αλητεύει
εμείς αλητεύουμε
εσείς αλητεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλητεύουν
Παρατατικός
εγώ αλήτευα
εσύ αλήτευες
αυτός / αυτή / αυτό αλήτευε
εμείς αλητεύαμε
εσείς αλητεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλήτευαν
Αόριστος
εγώ αλήτεψα
εσύ αλήτεψες
αυτός / αυτή / αυτό αλήτεψε
εμείς αλητέψαμε
εσείς αλητέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλήτεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλητέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλητέψω
εσύ αλητέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αλητέψει
εμείς αλητέψουμε
εσείς αλητέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλητέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αλήτευε
εσείς αλητεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλήτεψε
εσείς αλητέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλητέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary