Conjugation of αλητεύω
a.liˈte.voγυρίζω έξω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο ή φανερό σκοπό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αλητεύω |
| εσύ | αλητεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλητεύει |
| εμείς | αλητεύουμε |
| εσείς | αλητεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλητεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | αλήτευα |
| εσύ | αλήτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλήτευε |
| εμείς | αλητεύαμε |
| εσείς | αλητεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλήτευαν |
Αόριστος
| εγώ | αλήτεψα |
| εσύ | αλήτεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλήτεψε |
| εμείς | αλητέψαμε |
| εσείς | αλητέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλήτεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αλητέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αλητέψω |
| εσύ | αλητέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλητέψει |
| εμείς | αλητέψουμε |
| εσείς | αλητέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλητέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αλήτευε |
| εσείς | αλητεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αλήτεψε |
| εσείς | αλητέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αλητέψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.