αλαβάρδα
Ορισμοί
είδος μεσαιωνικής λόγχης με αιχμηρή άκρη που είχε διάφορες μορφές (συχνά, παρόμοια με του τσεκουριού)
Ισοδύναμα
28 more languages
Българскиалебарда
Catalàalabarda
Češtinahalapartna
DeutschHellebarde
فارسیناچخ
Gaeilgehalbard
Gàidhligpic-catha
Italianoalabarda
Қазақ тілібалта-найза
Kurdîteber
Nederlandshellebaard
Polskihalabarda
Portuguêsalabarda
Românăhalebardă
Türkçeteber
Українськагалябарда
Tiếng Việt戈
中文斧槍
Παραδείγματα
“Η χαρακτηριστική αλαβάρδα έφερε τρία τμήματα: αιχμή, κόψη και αρπάγη (ένα γάντζο). Χάρη στα διακοσμητικά της στοιχεία τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα χέρια των ελβετών φρουρών στο Βατικανό.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free