ακορντεόν
Ορισμοί
μουσικό όργανο με πλήκτρα και φυσούνα· ο οργανοπαίκτης με το δεξί χέρι του παίζει τη μελωδία και με το αριστερό χέρι τη συνοδεία καθώς ανοιγοκλείνει τη φυσούνα· το ρεύμα του αέρα που δημιουργεί το ανοιγοκλείσιμο της φυσούνας δονεί τα μεταλλικά ελάσματα που αντιστοιχούν στους ήχους κάθε νότας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο παππούς μου έπαιζε ακορντεόν στα πανηγύρια.”
My grandfather used to play the accordion at the festivals.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free