Σημασία του ακάματος | Babel Free
aˈka.ma.tosΟρισμοί
ακούραστος, ακαταπόνητος
Ισοδύναμα
Čeština
neúnavný
Español
infatigable
हिन्दी
अथक
Bahasa Indonesia
betah
Latina
indefessus
Português
indefesso
Tiếng Việt
xốc vác
Παραδείγματα
“※ Ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών. Βολτάριζε με τους φίλους του στα χωράφια και παρατηρούσε, μέσα στο λιοπύρι, τις ακάματες εργασίες των αγροτών. (Παύλος Κοντέλλης: Τα «Εργαλεία της Παράδοσης», ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/4/2014 http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=585768)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free