ακάματος
Ορισμοί
ακούραστος, ακαταπόνητος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών. Βολτάριζε με τους φίλους του στα χωράφια και παρατηρούσε, μέσα στο λιοπύρι, τις ακάματες εργασίες των αγροτών. (Παύλος Κοντέλλης: Τα «Εργαλεία της Παράδοσης», ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/4/2014 http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=585768)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free