Meaning of αιώνας | Babel Free
/eˈo.nas/Ορισμοί
- χρονική περίοδος εκατό (100) ετών (με σύστημα χρονολόγησης που χρησιμοποιεί την περίοδο 100 ετών)
- περίοδος της ιστορίας που χαρακτηρίζεται από την παρουσία και το έργο μιας προσωπικότητας ή την επίδραση μιας κοινωνικής, τεχνολογικής κλπ εξέλιξης
- γεωλογική περίοδος (και με κεφαλαίο: 'Αιώνας)
Ισοδύναμα
English
century
Παραδείγματα
“Έγινε στα μέσα του 20ου αιώνα.”
It took place in the middle of the 20th century.
“Φανεροζωικός αιώνας”
Phanerozoic eon
“ζούμε στον αιώνα της τεχνολογίας και της κατανάλωσης”
“μεσοζωϊκός αιώνας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.