HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγοραίος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/a.ɣoˈɾe.os/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την αγορά, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
  2. «του δρόμου», ο πρόστυχος, ο χυδαίος, ο θρασύς
  3. αγοραίο (εννοείται όχημα), συνήθως ταξί, που μπορεί κάποιος να το χρησιμοποιήσει με ειδική οικονομική συμφωνία είτε για μεγάλες διαδρομές είτε για μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. για μία ημέρα)

Παραδείγματα

“※ Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”
“αγοραίες εκφράσεις”
“※ H θρησκευτική αποστολή όχι μόνο δεν μπόρεσε να αποτρέψει τις φατρίες και τη σκληρή αναμέτρησή τους, αλλά ούτε να παρεμποδίσει την υπεράγαν «γλαφυρή» και εν πολλοίς αγοραία δημόσια έκφραση των ενδο-εκκλησιαστικών αντιπαλοτήτων (Πάσχουσα Εκκλησία, εφημερίδα Καθημερινή, 04.12.2001 https://www.kathimerini.gr/opinion/686656/paschoysa-ekklisia/)”
“※ Με την παραπάνω απλοποίηση, το πάρτυ έγινε προσιτό διανοητικά και στους αγοραίους και στους νεόφερτους από το χωριό. Ήταν και «νυχτέρι« και «γλέντι με ρεφενέ». Και το ότι απ'αυτό είχε αποβληθεί το «τραπέζωμα» βοήθησε πολύ στο να γίνει δεκτό απ'τους γονείς (Εμμανουήλ Ζάχος, Πιάτσα, εκδ. Κάκτος, 1980, σελ. 262)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγοραίος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course