αγκάλιασμα
Ορισμοί
η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου
Ισοδύναμα
7 more languages
العربيةاحتضان
Ελληνικάεναγκαλισμός
Suomiomaksuminen
עבריתחיבוק
Latinaamplectensamplexansapprehendenscomplectenscomplexanscomprehensanscompressusexamplexansimplicans
Русскийобъемлющий
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free