Meaning of αγγέλλω | Babel Free
/aŋˈɟe.lo/Ορισμοί
φέρνω μία είδηση, αναγγέλλω, ανακοινώνω
formal
Παραδείγματα
“※ Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και ο Ευαγγελισμός του Γένους. Ο πρώτος αγγέλλει την υπαρξιακή ελευθερία του ανθρώπου, μεταϊστορική και εσωτερική, που δεν ετεροκαθορίζεται.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.