HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγγέλλω — definition

Conjugation of αγγέλλω

Regular CEFR B1
aŋˈɟe.lo

φέρνω μία είδηση, αναγγέλλω, ανακοινώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγγέλλω
εσύ αγγέλλεις
αυτός / αυτή / αυτό αγγέλλει
εμείς αγγέλλουμε
εσείς αγγέλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγέλλουν
Παρατατικός
εγώ ήγγελλα
εσύ ήγγελλες
αυτός / αυτή / αυτό ήγγελλε
εμείς αγγέλλαμε
εσείς αγγέλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήγγελλαν
Αόριστος
εγώ ήγγειλα
εσύ ήγγειλες
αυτός / αυτή / αυτό ήγγειλε
εμείς αγγείλαμε
εσείς αγγείλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήγγειλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγείλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγγείλω
εσύ αγγείλεις
αυτός / αυτή / αυτό αγγείλει
εμείς αγγείλουμε
εσείς αγγείλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγείλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγγέλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άγγειλε
εσείς αγγείλετε
Απαρέμφατο αορίστου
αγγείλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγγέλλομαι
εσύ αγγέλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγγέλλεται
εμείς αγγελλόμαστε
εσείς αγγέλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγέλλονται
Παρατατικός
εγώ αγγελλόμουν
εσύ αγγελλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγγελλόταν
εμείς αγγελλόμασταν
εσείς αγγελλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αγγέλλονταν
Αόριστος
εγώ αγγέλθηκα
εσύ αγγέλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγγέλθηκε
εμείς αγγελθήκαμε
εσείς αγγελθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγέλθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγγελθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγγελθώ
εσύ αγγελθείς
αυτός / αυτή / αυτό αγγελθεί
εμείς αγγελθούμε
εσείς αγγελθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγγελθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγγέλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αγγελθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγγελθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary