Meaning of αβοκάντο | Babel Free
/a.voˈka.do/Ορισμοί
- αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Persea americana) που ευδοκιμεί στην Κεντρική Αμερική, με ωοειδή ή ελλειψοειδή φύλλα και εδώδιμους καρπούς
- ο καρπός του παραπάνω δέντρου
Ισοδύναμα
English
Avocado
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.