Meaning of Αβοκάτος | Babel Free
/a.voˈka.tos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο δικηγόρος Cretan
Παραδείγματα
“(κρητικά) -Ίντα δουλειά ήκαμε επαέ ο Μανόλης; -Αβοκάτος ήτανε.”
“(κυπριακά) -Ο Τρίκκος, είσιεν θκιο κοπελλούθκια, ο ένας μουχτάρης του χωρκού τζι ο άλλος αβοκάτος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.