Σημασία του αβοκέτα | Babel Free
a.voˈce.taΟρισμοί
παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Ανωραμφιδών το οποίο έχει μακριά πόδια, φτέρωμα ασπρόμαυρου χρώματος και κυρτό ράμφος
Ισοδύναμα
Čeština
tenkozobec
Deutsch
Säbelschnäbler
Ελληνικά
ευρωπαϊκή αβοκέτα
Español
avoceta
Suomi
avosetti
Gaeilge
abhóiséad
Gàidhlig
gob-cearr
Nederlands
kluut
Polski
szablodziób
Română
ciocîntors
Русский
шилоклювка
Українська
чоботар
Παραδείγματα
“ταξινομικός όρος: Recurvirostra avosetta Linnaeus, 1758”
“※ Η αβοκέτα φωλιάζει σε αποικίες, στους παράκτιους υγροτόπους, ιδιαίτερα σε αλμυρές λιμνοθάλασσες ή αλυκές.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free