αβοκέτα
Ορισμοί
παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Ανωραμφιδών το οποίο έχει μακριά πόδια, φτέρωμα ασπρόμαυρου χρώματος και κυρτό ράμφος
Ισοδύναμα
13 more languages
Češtinatenkozobec
DeutschSäbelschnäbler
Ελληνικάευρωπαϊκή αβοκέτα
Suomiavosetti
Gaeilgeabhóiséad
Gàidhliggob-cearr
Nederlandskluut
Polskiszablodziób
Românăciocîntors
Русскийшилоклювка
Українськачоботар
Παραδείγματα
“ταξινομικός όρος: Recurvirostra avosetta Linnaeus, 1758”
“※ Η αβοκέτα φωλιάζει σε αποικίες, στους παράκτιους υγροτόπους, ιδιαίτερα σε αλμυρές λιμνοθάλασσες ή αλυκές.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free