Meaning of αβαθές | Babel Free
/a.vaˈθes/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (άβαθη) του άβαθος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβαθής
Παραδείγματα
“older spelling: ἀβαθές (abathés)”
“πολυτονική γραφή πριν το 1982: ἄβαθες”
“παλιότερη γραφή: ἀβαθές”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.