Meaning of αβαθή | Babel Free
/a.vaˈθi/Ορισμοί
- αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αβαθής
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαθος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική του αβαθές
Παραδείγματα
“also substantivised”
“more formal: αβαθούς (avathoús)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.