HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αίτιο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈe.ti.o

Ορισμοί

  1. ο βαθύτερος λόγος στον οποίο οφείλεται η πρόκληση ενός αποτελέσματος
  2. αιτιατική ενικού του αίτιος
    accusative, singular

Ισοδύναμα

Englishcause
Españolcausamotivo
Françaiscauseraison
3 more languages

Παραδείγματα

“Το αίτιο του ατυχήματος παραμένει άγνωστο.”

The cause of the accident remains unknown.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αίτιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free