Meaning of ένοπλος | Babel Free
Ορισμοί
- που φέρει όπλο
- που γίνεται με τη χρήση όπλων
Παραδείγματα
“οι ένοπλες δυνάμεις”
the armed forces
“ένοπλη ληστεία”
armed robbery
“ένοπλος αγώνας”
“ένοπλη πάλη”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.