Meaning of ενόπλων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του ένοπλος genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένοπλος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένοπλος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ένοπλος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.