HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έδικτο | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

πολιτικό ή στρατιωτικό διάταγμα, που αφορούσε κυρίως τις δικαιοδοσίες ενός άρχοντα

dated

Παραδείγματα

“Δίπλα στον Διοκλητιανό ο Κωνσταντίνος έζησε από κοντά έναν από τους μεγαλύτερους διωγμούς εναντίον των χριστιανών, τα βασανιστήρια και τις δημόσιες εκτελέσεις των οπαδών της νέας θρησκείας, που ξεκίνησε με το έδικτο του αυτοκράτορα το 303 μ.Χ. από τη Νικομήδεια. (Κωνσταντίνος Α΄)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έδικτο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course