Meaning of έγκυρος | Babel Free
/ˈeŋ.ɟi.ɾos/Ορισμοί
- που ισχύει και πληροί όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι αποδεκτός από νομική άποψη
- που έχει κύρος, αξιόπιστος
Ισοδύναμα
English
valid
Παραδείγματα
“Near-synonym: αξιόπιστος (axiópistos)”
“από έγκυρες πηγές έγινε γνωστό ότι ...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.