Meaning of έγγλυφο | Babel Free
/ˈeŋ.ɣli.fo/Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έγγλυφος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Ισοδύναμα
English
Intaglio
Παραδείγματα
“(ουσιαστικοποιημένο) όταν εννοούνται λέξεις όπως μετάλλιο, κόσμημα, νόμισμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.