έγγλυφο
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έγγλυφος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Ισοδύναμα
9 more languages
Παραδείγματα
“(ουσιαστικοποιημένο) όταν εννοούνται λέξεις όπως μετάλλιο, κόσμημα, νόμισμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free