Meaning of εγχάρακτος | Babel Free
/eŋˈxa.ɾa.ktos/Ορισμοί
- που γίνεται με εγχάραξη, με σκάλισμα
- που έχει σημάδια εγχάραξης, είτε πρόκειται για γραφή είτε για διακόσμηση
Ισοδύναμα
English
Intaglio
Παραδείγματα
“το αγγείο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση”
“στην ανασκαφή βρεθηκαν εγχάρακτα όστρακα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.