HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εγχάρακτος

Επίθετο CEFR B2
eŋˈxa.ɾa.ktos

Ορισμοί

  1. που γίνεται με εγχάραξη, με σκάλισμα
  2. που έχει σημάδια εγχάραξης, είτε πρόκειται για γραφή είτε για διακόσμηση

Ισοδύναμα

9 more languages

Παραδείγματα

“το αγγείο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση”
στην ανασκαφή βρεθηκαν εγχάρακτα όστρακα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εγχάρακτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free