Meaning of άστριος | Babel Free
Ορισμοί
ομάδα διαφόρων τηκτοπυριτικών ορυκτών με διάφορη σύσταση (πυρίτιο, άργιλος κ.λπ.), που διακρίνεται σε δύο υποομάδες: Τους αλκαλιούχους αστρίους και τα πλαγιόκλαστα
Ισοδύναμα
English
Feldspar
Παραδείγματα
“Μια νέα έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει προηγούμενα ευρήματα που δείχνουν ότι η «μαγική» πέτρα που αναφέρεται στους σκανδιναβικούς μύθους ότι καθοδηγούσε τους Βίκινγκ στα ταξίδια τους είναι υπαρκτή. Πρόκειται για τον καλσίτη (ή άστριο) έναν κρύσταλλο που γίνεται φωτεινός ανάλογα με την θέση του Ήλιου και λειτουργούσε έτσι σαν πυξίδα για τους ναυτικούς. (*)”
“Η εταιρεία καλύπτει τις ανάγκες της ελληνικής βιομηχανίας ειδών υγιεινής, πλακιδίων, γυαλιού, πορσελάνης και εξειδικευμένων δομικών υλικών σε άστριο και χαλαζία και παράλληλα πραγματοποιεί εξαγωγές. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.