Meaning of άσβηστος | Babel Free
/ˈa.zvi.stos/Ορισμοί
- που δε σβήστηκε ή που δεν μπορεί να σβηστεί
-
ανεξάλειπτος figuratively
Παραδείγματα
“※ Μα η ελπίδα και το φως ζούσε άσβηστο στις καρδιές των επαναστατών. (Έλλη Αλεξίου (1974) Ερνέστο Γκεβάρα [δοκίμιο])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.