Meaning of άπειρο | Babel Free
/ˈa.pi.ɾo/Ορισμοί
- το διάστημα, το σύμπαν
- μαθηματική έννοια που έχει την υπόσταση αριθμού και συμβολίζεται με ∞
Παραδείγματα
“※ Το άπειρο / από τον χρόνο / δεν νιώθει άλλο / παρά το άχρωμο διάβα. (Γιώργος Σαραντάρης, Διάβα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.