άπειρες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπειρος
accusative, feminine, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Είδα άπειρες φορές αυτή την ταινία και δεν βαριέμαι.”
I've seen this movie countless times and I don't get bored.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free