Meaning of άλκη | Babel Free
/alˈci/Ορισμοί
-
χαϊδευτικό γυναικείο όνομα rare
- θηλαστικό, μηρυκαστικό ζώο, το πιο μεγαλόσωμο της οικογένειας των ελαφιδών, που ζει στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες και στον Καναδά
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Άλκης accusative, genitive, singular, vocative
- ευρωστία, δύναμη, ρώμη
- γυναικείο όνομα
- ανδρεία
Ισοδύναμα
English
Moose
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.