Meaning of άθυρμα | Babel Free
/[ˈa.θiɾ.ma]/Ορισμοί
- το παιχνίδι στα αρχαία ελληνικά: ἄθυρμα
-
ο άνθρωπος που δεν έχει πρωτοβουλία, που είναι άβουλος, που είναι παίγνιο άλλου προσώπου ή καταστάσεων figuratively, offensive
Ισοδύναμα
English
toy
Παραδείγματα
“※ Ζωόμορφο άθυρμα. […] Πήλινο ειδώλιο σε μορφή χοίρου, που προφανώς χρησίμευε και ως κουδουνίστρα, αφού στο κοίλο εσωτερικό του υπάρχουν μικρές πέτρες ή σπόροι. Πρόκειται για συνήθη τύπο παιδικού παιχνιδιού που πιθανότατα παρήχθη σε εργαστήριο της Σαλαμίνας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.