Meaning of μπιχλιμπίδι | Babel Free
/bixliˈbiði/Ορισμοί
- η γενική ονομασία για μικρού μεγέθους και μικρής αξίας αντικείμενο που χρησιμοποιείται σαν στολίδι
-
κάθε μικροαντικείμενο figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η γριά φορούσε διάφορα μπιχλιμπίδια μικρής αξίας.”
The old woman was wearing various cheap trinkets.
“Αυτή πάντα κουβαλάει ένα σωρό μπιχλιμπίδια στην τσάντα της.”
She always carries around a load of trinkets in her bag.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.