Meaning of άζωτο | Babel Free
/ˈa.zo.to/Ορισμοί
- αμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 7 και χημικό σύμβολο το N
- άχρωμο, άοσμο και άγευστο αέριο, το μόριο του οποίου αποτελείται από δύο άτομα αζώτου (N₂) και αποτελεί το 78% του ατμοσφαιρικού αέρα
Ισοδύναμα
English
Nitrogen
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.