άγος
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ανοσιούργημα, μίασμα, κατάρα, οργή Θεού, αμαρτία archaic
Ισοδύναμα
12 more languages
Българскибезбо́жие
DeutschPietätlosigkeit
Gàidhligain-diadhachd
हिन्दीअधर्म
Italianoempietà
日本語不信心
Latinaimpietas
Lietuviųbedieviškumas
Παραδείγματα
“Η Ελλάδα έδωσε πολλούς νεκρούς και πολλά ερείπια στον αγώνα για να απαλλαγούμε από το χιτλερικό άγος, για να απαλλαγεί η Ευρώπη από το χιτλερικό άγος. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free