Meaning of -ω | Babel Free
/o/Ορισμοί
- κατάληξη ρημάτων α΄ συζυγίας (παθητική φωνή: -ομαι)
- ρηματική κατάληξη για τα ρήματα 2ης συζυγίας
- σε -άω / -ώ παθητική φωνή: -ιέμαι όπως αγαπάω/αγαπώ - αγαπιέμαι
- αρχαίων ουσιαστικών, όπως ηχώ, πειθώ
- κατάληξη θηλυκών
- κυρίων ονομάτων:
- σε -ώ παθητική φωνή: -ούμαι όπως θεωρώ - θεωρούμαι
- κυρίων ονομάτων, γυναικείων
- από τα αρχαία ελληνικά, όπως Λητώ, Κλειώ
- προσηγορικών (με απαξιωτικό ή μειωτικό ύφος)
- σε -ώ παθητική φωνή: -ώμαι όπως ανακτώ - ανακτώμαι
- για τα νέα ελληνικά, όπως Μαριγώ
- κατάληξη επιρρημάτων
- σε -ώ παθητική φωνή: -ούμαι & -άμαι όπως λυπώ - λυπούμαι, λυπάμαι
- άλλες μορφές: -ιώ όπως Βαγγελιώ, Κατερινιώ & ως ουδέτερο Κατερινιό
Παραδείγματα
“λύνω, δένω”
I untie, I tie
“passive form: -ομαι (-omai)”
“see also''' -ώ for the 2nd Conjugation verbs”
“πάνω, κάτω”
up, down
“Μάρω”
hypocoristic of Maria
“κακίστρα > κακίστρω”
spiteful, sinister woman
“γράφω, λέγω”
“→ δείτε και -άω της ασυναίρετης β' συζυγίας, α' τάξης (παθητική φωνή: ‑ιέμαι) βρομάω, αγαπάω”
“→ δείτε και -ώ”
“Βασίλω, Διαμάντω, Μαλάμω”
“σουρτούκης > σουρτούκω, τσουράπι > τσουράπω”
“πάνω, κάτω, οσονούπω, τριγύρω, χάμω”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.