HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ω | Babel Free

Phrase CEFR A2
/o/

Ορισμοί

  1. κατάληξη ρημάτων α΄ συζυγίας (παθητική φωνή: -ομαι)
  2. ρηματική κατάληξη για τα ρήματα 2ης συζυγίας
  3. σε -άω / -ώ παθητική φωνή: -ιέμαι όπως αγαπάω/αγαπώ - αγαπιέμαι
  4. αρχαίων ουσιαστικών, όπως ηχώ, πειθώ
  5. κατάληξη θηλυκών
  6. κυρίων ονομάτων:
  7. σε -ώ παθητική φωνή: -ούμαι όπως θεωρώ - θεωρούμαι
  8. κυρίων ονομάτων, γυναικείων
  9. από τα αρχαία ελληνικά, όπως Λητώ, Κλειώ
  10. προσηγορικών (με απαξιωτικό ή μειωτικό ύφος)
  11. σε -ώ παθητική φωνή: -ώμαι όπως ανακτώ - ανακτώμαι
  12. για τα νέα ελληνικά, όπως Μαριγώ
  13. κατάληξη επιρρημάτων
  14. σε -ώ παθητική φωνή: -ούμαι & -άμαι όπως λυπώ - λυπούμαι, λυπάμαι
  15. άλλες μορφές: -ιώ όπως Βαγγελιώ, Κατερινιώ & ως ουδέτερο Κατερινιό

Παραδείγματα

“λύνω, δένω”

I untie, I tie

“passive form: -ομαι (-omai)”
“see also''' -ώ for the 2nd Conjugation verbs”
“πάνω, κάτω”

up, down

“Μάρω”

hypocoristic of Maria

“κακίστρα > κακίστρω”

spiteful, sinister woman

“γράφω, λέγω”
“→ δείτε και -άω της ασυναίρετης β' συζυγίας, α' τάξης (παθητική φωνή: ‑ιέμαι) βρομάω, αγαπάω”
“→ δείτε και -ώ”
“Βασίλω, Διαμάντω, Μαλάμω”
“σουρτούκης > σουρτούκω, τσουράπι > τσουράπω”
“πάνω, κάτω, οσονούπω, τριγύρω, χάμω”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course