Meaning of -ωμα | Babel Free
/o.ma/Ορισμοί
- κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν ασθένεια ή παθολογική κατάσταση στο σημείο ή με τον τρόπο που ορζίει η πρωτότυπη λέξη
- αλλά και για άλλες λέξεις με τη σημασία: σχέση με, περιοχή, μέρος
- άλλη μορφή του -μα (για ουδέτερα ουσιαστικά που προέρχονται από ρήματα σε -ώνω και δηλώνουν το αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος)
Παραδείγματα
“καρκίνωμα, λίπωμα”
“αμάξωμα, γαλάκτωμα”
“ημερώ(νω) > ημέρωμα για θέμα με -ω(νω)”
“γίν(ομαι) > γίνωμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.