Σημασία του -ού | Babel Free
ˈuΟρισμοί
- επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη σύζυγο κάποιου επαγγελματία ή τη γυναίκα που ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα
- κλιτικό επίθημα για το σχηματισμό κατάληξης για τη γενική ενικού σε ουσιαστικά και επίθετα σε -ος (ή τονισμένου -ός)
- επίθημα θηλυκών ουσιαστικών ή επιθέτων από αντίστοιχα αρσενικά (ή χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα αρσενικά)
- επιρρηματική κατάληξη
- κατάληξη διαφόρων θηλυκών ουσιαστικών
Παραδείγματα
“μύλος (mýlos, “mill”) + -ού (-oú) → μυλωνού (mylonoú, “miller”)”
“ψάρι (psári, “fish”) + -ού (-oú) → ψαρού (psaroú, “fisherwoman”)”
“αβγό (avgó, “egg”) + -ού (-oú) → αβγουλού (avgouloú, “eggseller”)”
“γλώσσα (glóssa, “tongue, cheek”) + -ού (-oú) → γλωσσού (glossoú, “gobby woman”)”
“χείλος (cheílos, “lip”) + -ού (-oú) → χειλού (cheiloú, “big-lipped woman”)”
“Μιχαλάς (Michalás, “Michalas”) + -ού (-oú) → Μιχαλού (Michaloú)”
“Νικολάς (Nikolás, “Nicholas”) + -ού (-oú) → Νικολού (Nikoloú)”
“μυλωνού”
“υπναρού, καμπαρετζού”
“αλεπού”
“Παράρτημα:Ουσιαστικά(αρσενικά -ος, -ός) επίσης, θηλυκά”
“Παράρτημα:Επίθετα (σε -ος, -ός)”
“(τοπικών επιρρημάτων) κάπ(ου), παντού”
“(χρονικών επιρρημάτων) ξάφνου”
“:Κατηγορία:Επιρρήματα που λήγουν σε -ου (νέα ελληνικά) ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ”
“Παράρτημα:Καταλήξεις επιρρημάτων (νέα ελληνικά) ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free