Meaning of -ουδάκι | Babel Free
/uˈða.ci/Ορισμοί
-
σύνθετο επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων υποκοριστικών που δηλώνουν diminutive
-
… μικρό μέγεθος ή ποσότητα diminutive
-
… νεαρή ηλικία diminutive
-
συχνά, με αρνητική σημασία για επαγγέλματα ή ιδιότητες offensive
Παραδείγματα
“μυαλουδάκι, χωριουδάκι”
“και στον πληθυντικό: λεφτουδάκια”
“αλεπουδάκι, αρκουδάκι”
“γιατρουδάκι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.