HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ικο | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈiko/

Ορισμοί

  1. επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε κατάστημα στο οποίο πωλούνται τα αναφερόμενα στο πρώτο συνθετικό
  2. επίθημα του ουδέτερου γένους ανισοσύλλαβων επιθέτων τα οποία εκφράζουν οικειότητα

Παραδείγματα

“μπακάλης ("grocer") → μπακάλικο ("grocery shop")”
“μανάβης ("greengrocer") → μανάβικο ("greengrocer's shop")”
“μανάβικο, χασάπικο”
“ζηλιάρης -> ζηλιάρικο, πεισματάρης -> πεισματάρικο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -ικο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course