Meaning of -ικο | Babel Free
/ˈiko/Ορισμοί
- επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε κατάστημα στο οποίο πωλούνται τα αναφερόμενα στο πρώτο συνθετικό
- επίθημα του ουδέτερου γένους ανισοσύλλαβων επιθέτων τα οποία εκφράζουν οικειότητα
Παραδείγματα
“μπακάλης ("grocer") → μπακάλικο ("grocery shop")”
“μανάβης ("greengrocer") → μανάβικο ("greengrocer's shop")”
“μανάβικο, χασάπικο”
“ζηλιάρης -> ζηλιάρικο, πεισματάρης -> πεισματάρικο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.