Meaning of -εμπόριο | Babel Free
/emˈbo.ɾi.o/Ορισμοί
β′ συνθετικό για ουσιαστικά τα οποία δηλώνουν κάποια εμπορική δραστηριότητα
Παραδείγματα
“λιανεμπόριο, καπνεμπόριο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.