Meaning of -έρης | Babel Free
/ˈe.ɾis/Ορισμοί
- γενική ενικού, θηλυκού γένους (-ερή) του -ερός
- άλλη μορφή του -ιέρης
Παραδείγματα
“καροτσέρης, τραμβαγέρης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.