Meaning of -έσα | Babel Free
/ˈe.sa/Ορισμοί
- επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από αρσενικά που δηλώνουν
- τίτλο ευγενείας
-
επάγγελμα vulgar
-
επάγγελμα ή τη σύζυγο κάποιου μ' αυτό το επάγγελμα familiar, offensive
Παραδείγματα
“κόντες > κοντέσα”
“γιατρός > γιατρέσα”
“δήμαρχος > δημαρχέσα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.