Meaning of -έμπορος | Babel Free
/ˈem.bo.ɾos/Ορισμοί
- ο έμπορος ως δεύτερο συνθετικό
- που εμπορεύεται ό,τι δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- που εμπορεύεται με τον τρόπο ή στην έκταση που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- μεγαλέμπορος
Παραδείγματα
“ζωέμπορος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.