Meaning of -γλωσσος | Babel Free
Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων· συνήθως δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο:
- απαντά ή υπάρχει στον αριθμό των γλωσσών που υποδηλώνει το πρώτο συνθετικό
- χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα που συνεπάγεται το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“μονόγλωσσος, δίγλωσσος, πολύγλωσσος”
“α. πρόσωπο που μιλάει κατά κάποιον τρόπο”
“β. κείμενο ή κάτι συναφές”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.