Meaning of -γόνος | Babel Free
/ɣo.nos/Ορισμοί
- δεύετρο συνθετικό επιθέτου που δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη έχει κάποια χαρακτηριστικά ή ιδιότητες του α’ συνθετικού
- δεύτερο συνθετικό ουσιαστικού που δηλώνει καταγωγή όπως δηλώνεται από το πρόθημα
- δεύτερο συνθετικό επιθέτου που δηλώνει καταγωγή όπως δηλώνεται από το πρόθημα
Παραδείγματα
“καρκινογόνος, αλλεργιογόνος”
“απόγονος, πρόγονος”
“άγονος, αρχέγονος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.