Meaning of -ίκι | Babel Free
/ˈi.ci/Ορισμοί
-
επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε επάγγελμα ή ασχολία, συνήθως μειωτικά familiar, vulgar
- επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε αξίωμα ή δικαιοδοσία, ή γενικότερα σε κάποιο γνώρισμα
Παραδείγματα
“δασκαλίκι, θεριακλίκι”
“αρχονταρίκι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.