HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ία | Babel Free

Phrase feminine CEFR A2
/ˈia/

Ορισμοί

  1. επίθημα για τη δημιουργία αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζουν ό,τι η πρωτότυπη λέξη
  2. παράγωγων από ρήματα
  3. παραγωγικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δημιουργεί λέξεις οι οποίες δηλώνουν
  4. την ενέργεια που δηλώνεται με το πρώτο συνθετικό ή το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας (το πλήγμα ή το τραύμα για επιθετική ενέργεια)
  5. από ουσιαστικά:
  6. επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών
  7. από ρήματα
  8. παράγωγων από επίθετα
  9. από ρήματα ή ρηματικά παράγωγα, ως μια στιγμιαία ενέργεια ή το τραύμα
  10. δηλώνει φυτό ή δέντρο
  11. για επιστημονικούς όρους που δηλώνουν πάθηση ή απόκλιση από το φυσιολογικό
    especially
  12. χαρακτηριστική ιδιότητα της πρωτότυπης λέξης
  13. κατάληξη για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών πληθντικού αριθμού
  14. κατάληξη ουδετέρων σε ι
  15. κατάληξη λόγιων, αρχαιοπρεπών θηλυκών επιθέτων από αρσενικά σε -ιος
  16. εναλλακτικός τύπος για ουσιαστικά σε -ία
  17. ονομασίες εορτών στον πληθυντικό από κύρια ονόματα
  18. περιληπτικά ένα σύνολο από στοιχεία που δηλώνονται με το πρώτο συνθετικό, μειωτικό για εθνικό όνομα
  19. άγιος Δημήτριος > Δημήτρια
  20. αόριστη ποσότητα που μπορεί να περιέχεται σε αυτό που δηλώνεται με το πρώτο συνθετικό
  21. κατάληξη για το σχηματισμό επιρρημάτων
  22. το φυτό το οποίο παράγει αυτό που δηλώνεται με το πρώτο συνθετικό
  23. καταγωγή (από πατριδωνυμικά αρσενικά σε -ιός)
  24. σε οικείο ύφος ή ειρωνική διάθεση
    familiar
  25. κατάληξη θηλυκών επιθέτων
  26. από επίθετα σε -ός (αρσενικό), -ιά (θηλυκό), -ό (ουδέτερο)
  27. από επίθετα σε -ός (αρσενικό), -ή ή -ιά (θηλυκό), -ό (ουδέτερο)
  28. από επίθετα σε -ύς (αρσενικό), -ιά (θηλυκό), -ύ (ουδέτερο)
  29. από επίθετα σε -ής (αρσενικό), -ιά (θηλυκό), -ί (ουδέτερο)

Ισοδύναμα

English -s

Παραδείγματα

“Γάλλος (Gállos, “French”) + -ία (-ía) → Γαλλία (Gallía, “France”)”
“Τούρκος (Toúrkos, “Turkish”) + -ία (-ía) → Τουρκία (Tourkía, “Turkey”)”
“Άγγλος (Ánglos, “English”) + -ία (-ía) → Αγγλία (Anglía, “England”)”
“μήλο (mílo, “apple”) + -ιά (-iá) → μηλιά (miliá, “apple tree”)”
“κεράσι (kerási, “cherry”) + -ιά (-iá) → κερασιά (kerasiá, “cherry tree”)”
“βελανίδι (velanídi, “acorn”) + -ιά (-iá) → βελανιδιά (velanidiá, “oak tree”)”
“δάχτυλο (dáchtylo, “finger”) + -ιά (-iá) → δαχτυλιά (dachtyliá, “finger mark”)”
“λάδι (ládi, “oil”) + -ιά (-iá) → λαδιά (ladiá, “oil mark”)”
“μαχαίρι (machaíri, “knife”) + -ιά (-iá) → μαχαιριά (machairiá, “stabbing”)”
“χάραγμα (cháragma, “mark”) + -ιά (-iá) → χαρακιά (charakiá, “cut/nick”)”
“πιρούνι (piroúni, “fork”) + -ιά (-iá) → πιρουνιά (pirouniá, “forkful”)”
“κουτάλι (koutáli, “spoon”) + -ιά (-iá) → κουταλιά (koutaliá, “spoonful”)”
“χέρι (chéri, “hand”) + -ιά (-iá) → χεριά (cheriá, “handful”)”
“Κρήτη (Kríti, “Crete”) + -ιά (-iá) → Κρητικιά (Kritikiá, “Female Cretan”)”
“Πάτρα (Pátra, “Patra”) + -ιά (-iá) → Πατρινιά (Patriniá, “Female from Patra”)”
“άνθρωπος (ánthropos, “human”) + -ιά (-iá) → ανθρωπιά (anthropiá, “humanity”)”
“βρίζω (vrízo, “to curse”) + -ιά (-iá) → βρισιά (vrisiá, “insult”)”
“ανήμπορος (anímporos, “helpless”) + -ιά (-iá) → ανημποριά (animporiá, “indisposition”)”
“εργάτης (ergátis, “worker”) + -ιά (-iá) → εργατιά (ergatiá, “working class”)”
“Τούρκος (Toúrkos, “Turk”) + -ιά (-iá) → Τουρκιά (Tourkiá, “the Turks/crowd of Turks”)”
“σύννεφο (sýnnefo, “cloud”) + -ιά (-iá) → συννεφιά (synnefiá, “cloudy sky”)”
“έρημος (érimos, “desert”) + -ιά (-iá) → ερημιά (erimiá, “wilderness”)”
“ποτάμι (potámi, “river”) + -ιά (-iá) → ποταμιά (potamiá, “area around river”)”
“λαγκάδι (lagkádi, “dale”) + -ιά (-iá) → λαγκαδιά (lagkadiá, “ravine”)”
“πρώτος (prótos, “first”) + χρόνος (chrónos, “year”) + -ιά (-iá) → Πρωτοχρονιά (Protochroniá, “New Year's Day”)”
“αρχή (archí, “beginning”) + μήνας (mínas, “month”) + -ιά (-iá) → αρχιμηνιά (archiminiá, “first day of month/calends”)”
“επιθυμ(ώ) > επιθυμία”
“ψύχραιμ(ος) > ψυχραιμία”
“ακρομεγαλία”
“αιώνιος (αρσενικό), αιωνία, όπως στην έκφραση αιωνία του η μνήμη”
“βελόνι > βελονιά, μαχαίρι > μαχαιριά, φτυάρι > φτυαριά”
“δαγκώνω > δαγκωνιά”
“δαγκώνω > δάγκωμα, δαγκωματ- > δαγκωματιά”
“καπνός > καπνιά, σύννεφο > συννεφιά, άρχοντας > αρχοντιά”
“ερημία - ερημιά, ομιλία - μιλιά”
“καραβιά, αγροτιά, χωριατιά”
“Τουρκιά”
“χεριά, καλαθιά, φτυαριά”
“αγγουριά, τριανταφυλλιά, κερασιά”
“αλλά και γενικότερα, το δέντρο”
“-ια”
“Θεσσαλονικ(ιός) (αρσενικό) > Θεσσαλονικιά”
“κουστούμι > κουστουμιά”
“γλυκός (αρσενικό) > γλυκιά”
“κακός (αρσενικό) > κακιά, αρρωστιάρικος > αρρωστιάρικια”
“βαθύς (αρσενικό) > βαθιά”
“βυσσινής (αρσενικό) > βυσσινιά”
“βλαστημάω > βλασήμια”
“αρχαία ελληνική παρηγορέω > παρηγορία > νέα ελληνική παρηγόριια”
“gardenia < γαρδένια”
“τραγούδι > τραγούδια”
“ανάριος > ανάρια”
“-ιά”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -ία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course