Meaning of -ία | Babel Free
/ˈia/Ορισμοί
- επίθημα για τη δημιουργία αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζουν ό,τι η πρωτότυπη λέξη
- παράγωγων από ρήματα
- παραγωγικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δημιουργεί λέξεις οι οποίες δηλώνουν
- την ενέργεια που δηλώνεται με το πρώτο συνθετικό ή το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας (το πλήγμα ή το τραύμα για επιθετική ενέργεια)
- από ουσιαστικά:
- επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών
- από ρήματα
- παράγωγων από επίθετα
- από ρήματα ή ρηματικά παράγωγα, ως μια στιγμιαία ενέργεια ή το τραύμα
- δηλώνει φυτό ή δέντρο
-
για επιστημονικούς όρους που δηλώνουν πάθηση ή απόκλιση από το φυσιολογικό especially
- χαρακτηριστική ιδιότητα της πρωτότυπης λέξης
- κατάληξη για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών πληθντικού αριθμού
- κατάληξη ουδετέρων σε ι
- κατάληξη λόγιων, αρχαιοπρεπών θηλυκών επιθέτων από αρσενικά σε -ιος
- εναλλακτικός τύπος για ουσιαστικά σε -ία
- ονομασίες εορτών στον πληθυντικό από κύρια ονόματα
- περιληπτικά ένα σύνολο από στοιχεία που δηλώνονται με το πρώτο συνθετικό, μειωτικό για εθνικό όνομα
- άγιος Δημήτριος > Δημήτρια
- αόριστη ποσότητα που μπορεί να περιέχεται σε αυτό που δηλώνεται με το πρώτο συνθετικό
- κατάληξη για το σχηματισμό επιρρημάτων
- το φυτό το οποίο παράγει αυτό που δηλώνεται με το πρώτο συνθετικό
- καταγωγή (από πατριδωνυμικά αρσενικά σε -ιός)
-
σε οικείο ύφος ή ειρωνική διάθεση familiar
- κατάληξη θηλυκών επιθέτων
- από επίθετα σε -ός (αρσενικό), -ιά (θηλυκό), -ό (ουδέτερο)
- από επίθετα σε -ός (αρσενικό), -ή ή -ιά (θηλυκό), -ό (ουδέτερο)
- από επίθετα σε -ύς (αρσενικό), -ιά (θηλυκό), -ύ (ουδέτερο)
- από επίθετα σε -ής (αρσενικό), -ιά (θηλυκό), -ί (ουδέτερο)
Ισοδύναμα
English
-s
Παραδείγματα
“Γάλλος (Gállos, “French”) + -ία (-ía) → Γαλλία (Gallía, “France”)”
“Τούρκος (Toúrkos, “Turkish”) + -ία (-ía) → Τουρκία (Tourkía, “Turkey”)”
“Άγγλος (Ánglos, “English”) + -ία (-ía) → Αγγλία (Anglía, “England”)”
“μήλο (mílo, “apple”) + -ιά (-iá) → μηλιά (miliá, “apple tree”)”
“κεράσι (kerási, “cherry”) + -ιά (-iá) → κερασιά (kerasiá, “cherry tree”)”
“βελανίδι (velanídi, “acorn”) + -ιά (-iá) → βελανιδιά (velanidiá, “oak tree”)”
“δάχτυλο (dáchtylo, “finger”) + -ιά (-iá) → δαχτυλιά (dachtyliá, “finger mark”)”
“λάδι (ládi, “oil”) + -ιά (-iá) → λαδιά (ladiá, “oil mark”)”
“μαχαίρι (machaíri, “knife”) + -ιά (-iá) → μαχαιριά (machairiá, “stabbing”)”
“χάραγμα (cháragma, “mark”) + -ιά (-iá) → χαρακιά (charakiá, “cut/nick”)”
“πιρούνι (piroúni, “fork”) + -ιά (-iá) → πιρουνιά (pirouniá, “forkful”)”
“κουτάλι (koutáli, “spoon”) + -ιά (-iá) → κουταλιά (koutaliá, “spoonful”)”
“χέρι (chéri, “hand”) + -ιά (-iá) → χεριά (cheriá, “handful”)”
“Κρήτη (Kríti, “Crete”) + -ιά (-iá) → Κρητικιά (Kritikiá, “Female Cretan”)”
“Πάτρα (Pátra, “Patra”) + -ιά (-iá) → Πατρινιά (Patriniá, “Female from Patra”)”
“άνθρωπος (ánthropos, “human”) + -ιά (-iá) → ανθρωπιά (anthropiá, “humanity”)”
“βρίζω (vrízo, “to curse”) + -ιά (-iá) → βρισιά (vrisiá, “insult”)”
“ανήμπορος (anímporos, “helpless”) + -ιά (-iá) → ανημποριά (animporiá, “indisposition”)”
“εργάτης (ergátis, “worker”) + -ιά (-iá) → εργατιά (ergatiá, “working class”)”
“Τούρκος (Toúrkos, “Turk”) + -ιά (-iá) → Τουρκιά (Tourkiá, “the Turks/crowd of Turks”)”
“σύννεφο (sýnnefo, “cloud”) + -ιά (-iá) → συννεφιά (synnefiá, “cloudy sky”)”
“έρημος (érimos, “desert”) + -ιά (-iá) → ερημιά (erimiá, “wilderness”)”
“ποτάμι (potámi, “river”) + -ιά (-iá) → ποταμιά (potamiá, “area around river”)”
“λαγκάδι (lagkádi, “dale”) + -ιά (-iá) → λαγκαδιά (lagkadiá, “ravine”)”
“πρώτος (prótos, “first”) + χρόνος (chrónos, “year”) + -ιά (-iá) → Πρωτοχρονιά (Protochroniá, “New Year's Day”)”
“αρχή (archí, “beginning”) + μήνας (mínas, “month”) + -ιά (-iá) → αρχιμηνιά (archiminiá, “first day of month/calends”)”
“επιθυμ(ώ) > επιθυμία”
“ψύχραιμ(ος) > ψυχραιμία”
“ακρομεγαλία”
“αιώνιος (αρσενικό), αιωνία, όπως στην έκφραση αιωνία του η μνήμη”
“βελόνι > βελονιά, μαχαίρι > μαχαιριά, φτυάρι > φτυαριά”
“δαγκώνω > δαγκωνιά”
“δαγκώνω > δάγκωμα, δαγκωματ- > δαγκωματιά”
“καπνός > καπνιά, σύννεφο > συννεφιά, άρχοντας > αρχοντιά”
“ερημία - ερημιά, ομιλία - μιλιά”
“καραβιά, αγροτιά, χωριατιά”
“Τουρκιά”
“χεριά, καλαθιά, φτυαριά”
“αγγουριά, τριανταφυλλιά, κερασιά”
“αλλά και γενικότερα, το δέντρο”
“-ια”
“Θεσσαλονικ(ιός) (αρσενικό) > Θεσσαλονικιά”
“κουστούμι > κουστουμιά”
“γλυκός (αρσενικό) > γλυκιά”
“κακός (αρσενικό) > κακιά, αρρωστιάρικος > αρρωστιάρικια”
“βαθύς (αρσενικό) > βαθιά”
“βυσσινής (αρσενικό) > βυσσινιά”
“βλαστημάω > βλασήμια”
“αρχαία ελληνική παρηγορέω > παρηγορία > νέα ελληνική παρηγόριια”
“gardenia < γαρδένια”
“τραγούδι > τραγούδια”
“ανάριος > ανάρια”
“-ιά”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.