Meaning of -άτος | Babel Free
Ορισμοί
- παραγωγική κατάληξη της νέας ελληνικής (στα θέματα ουσιαστικών για παραγωγή επιθέτου), που δηλώνει εκείνον που έχει ή περιέχει ό,τι δηλώνει το ουσιαστικό ή εκείνον που σχετίζεται ιδιαίτερα με την έννοια του ουσιαστικού
- κατάληξη επωνύμων με προέλευση την Κεφαλονιά
- παραγωγική κατάληξη (στα θέματα ρημάτων για παραγωγή επιθέτων), που δηλώνουν συνήθως ό,τι και η ενεργητική ή παθητική μετοχή ενεστώτα του ρήματος ή την ολοκλήρωση της ενέργειας και το αποτέλεσμά της
Παραδείγματα
“(ζωή) χλιδάτη (έχει χλιδή), (κόκορας) κρασάτος (έχει μαγειρευτεί με κρασί), (άνθρωπος) αεράτος, μουσάτος, καλοσυνάτος”
“φεύγω άρα είμαι φευγάτος, τρέχω άρα είμαι τρεχάτος, χορταίνω άρα είμαι χορτάτος, τρίζω άρα είμαι τριζάτος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.