Meaning of -βόλος | Babel Free
/ˈvo.los/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ονομάτων (επιθέτων ή ουσιαστικών) που δηλώνει
- ότι πετάει ή ρίχνει εκείνο που προσδιορίζεται στο πρώτο συνθετικό
- ή το σκορπίζει, διαχέει
- με τον τρόπο που ορίζεται στο πρώτο συνθετικό
- αεριοβόλος
- αεροβόλος
- ακανθοβόλος
- ακτινοβόλος
- ανθοβόλος
- ανιοβόλος
- αστραπηβόλος
- αστραποβόλος
- αχτιδοβόλος
- αχτινοβόλος
- βόλος
- δισκοβόλος
- δροσοβόλος
- εκηβόλος
- ελαφηβόλος
- ευθυβόλος
- ηλιοφεγγοβόλος
- θαμποβόλος
- θερμοβόλος
- ιοβόλος
- καρποβόλος
- κεραυνοβόλος
- λευκοβόλος
- λιθοβόλος
- μοσχοβόλος
- μυροβόλος
- πυροβόλος
- ριγοβόλος
- ρουκετοβόλος
- σαϊτοβόλος
- σβόλος
- σπιθαροβόλος
- σπιθοβόλος
- σπινθηροβόλος
- σφαιροβόλος
- σφυροβόλος
- ταχυβόλος
- τοξοβόλος
- φλογοβόλος
- φυλλοβόλος
- φωτοβόλος
- χιλιοφεγγοβόλος
- χιονοβόλος
Παραδείγματα
“κεραυνοβόλος, σφαιροβόλος”
“φωτοβόλος”
“ταχυβόλος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.