Meaning of όψιμος | Babel Free
/ˈo.psi.mos/Ορισμοί
- που ανθίζει ή παράγεται αργότερα από την συνηθισμένη εποχή του
- που εκδηλώνεται καθυστερημένα
- μεταγενέστερος
Παραδείγματα
“όψιμα φρούτα”
late fruits
“όψιμη αρχαιότητα”
late antiquity
“Το όψιμο ενδιαφέρον της κυβέρνησης δε θα λύσει κανένα πρόβλημα.”
The government's delayed interest will not solve any problem. (will solve no problem)
“όψιμο ενδιαφέρον”
“Η όψιμη ελληνιστική κοινή, είναι η τελευταία φάση της κοινής, της μεταγενέστερης περίοδου της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.